Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 839 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Κληρονομία .




Περίληψη:
Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελεί και η βάση της αγωγής (κύρια ή επικουρική), καθώς και τα προς θεμελίωση αυτής περιστατικά.




Αριθμός 839/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Δ. Τ. το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 1/11/2007 ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 300/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 660/2010 του Εφετείου Πατρών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 95/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 660/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Την αναίρεση της ίδιας ως άνω εφετειακής απόφασης ζητεί εκ νέου η αναιρεσείουσα με την από 19/4/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 8/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1712, 1721, 1724, 1738, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 999, 1000 και 1001 εδ. α ΑΚ, συνάγεται, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωση του. Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, ως πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, η λήψη ή η μη λήψη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, αποτελεί και η βάση της αγωγής (κύρια ή επικουρική), καθώς και τα προς θεμελίωση αυτής περιστατικά. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης - από 12.12.2005 - αγωγής, η ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα ισχυρίστηκε, ότι με τη .../27.2.1976 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυρτουνίων Γεωργίου Τζιμόπουλου του αποβιώσαντος το έτος 1977 πατέρα της Ν. Κ., που δημοσιεύτηκε νόμιμα, έγινε αποδεκτή από την ίδια και μεταγράφηκε η δήλωση αποδοχής της, απόκτησε την κυριότητα οικοπέδου, εμβαδού 50τ.μ., που αποτελούσε τμήμα μείζονος ακινήτου, εμβαδού 251,58 τ.μ., ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος, που περιγράφονται λεπτομερώς, κατά θέση, έκταση και όρια, με το μισό (1/2 διαιρετώς) της οικίας (ενός δωματίου) που εμπίπτει στο οικόπεδο αυτό, και τη συγκυριότητα του έμπροσθεν της όλης οικίας χώρου εμβαδού 104,16τ.μ., και της κείμενης εκεί αποθήκης, εμβαδού 7 τ.μ., που περιγράφονται, επίσης, λεπτομερώς, κατά θέση, έκταση και όρια, αφέθηκαν δε από τον αποβιώσαντα, για την εξυπηρέτηση των χωριστών οικιών των διαδίκων, δηλαδή και του άλλου μισού(1/2 διαιρετώς) της όλης οικίας που ο αποβιώσας κατέλιπε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο γιο του, ο οποίος, όμως, τα μέσα Οκτωβρίου του έτους 2004 απέβαλε αυτήν - ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αδελφή του - από τμήμα του κοινόχρηστου πιο πάνω χώρου, εμβαδού 61,34 τ.μ., που περιγράφεται, επίσης, λεπτομερώς, κατά θέση, έκταση και όρια, και από τη συνεχόμενη με το τμήμα αυτό κοινόχρηστη αποθήκη, και αρνείται να της τα αποδώσει κατά το ανήκον σ' αυτήν ποσοστό - 1/2 -εξ αδιαιρέτου. Γι' αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί συγκύρια του προεκτιθέμενου χώρου εμβαδού 104,16 τ.μ. και της ως άνω αποθήκης και να υποχρεωθεί ο ήδη αναιρεσίβλητος εναγόμενος να της αποδώσει το προεκτεθέν τμήμα εμβαδού 61,34 τ.μ. και την αποθήκη κατά το ανήκον σ' αυτήν ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Η αγωγή, με βάση το προεκτιθέμενο ιστορικό, είναι, κατά τα ως άνω αιτήματα, νόμιμη, εφ' όσον στηρίζεται στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και σ' εκείνες των άρθρων 70 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ. Το Εφετείο, όμως έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη και ως τέτοια την απέρριψε, γιατί από κακή εκτίμηση του δικογράφου της έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ειδικότερα - το Εφετείο - έκρινε, ότι επιχειρείτο η θεμελίωση της αγωγής στην επίκληση, ότι η ενάγουσα από κληρονομιά του πατέρα της, με τη δημόσια πιο πάνω διαθήκη του, απόκτησε τη συγκυριότητα του χώρου των 104,16 τ.μ., της αποθήκης και την κυριότητα του μισού της οικίας, όπως πιο πάνω περιγράφονται, ως αποτελούντα συστατικά του ανωτέρω - μείζονος - ακινήτου των 251,58 τ.μ., για τα οποία - το Εφετείο - δεχόμενο περαιτέρω, ότι κατ' άρθρα 953-955 ΑΚ δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, ούτε ότι κατόπιν σύστασης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας (την οποία εξάλλου στην προκείμενη περίπτωση - όπως δέχτηκε το Εφετείο - ουδείς των διαδίκων επικαλείται) κατά τα άρθρα 1002, 1117, του ΑΚ, 1 έως 14 του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" και 1 έως 14 του ν.δ. 1024/1971 περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου, είναι δυνατή η κτήση χωριστής αποκλειστικής κυριότητας επί μέρους οικοδομήματος και του υπ' αυτού εδάφους και άλλης χωριστής κυριότητας ή συγκυριότητας επί του λοιπού ακάλυπτου μέρους του οικοπέδου, έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη και ως τέτοια την απέρριψε. Για την κρίση του όμως αυτή - το Εφετείο - έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την ένδικη αγωγή, στα οποία και στηρίχτηκε για να αχθεί στην απόρριψη της τελευταίας και, έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο - μοναδικό άλλωστε - λόγο της αναίρεσης, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός. Με την 95/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένου αντενάγοντα, αναιρέθηκε μόνο όσον αφορά το κεφάλαιο της ανταγωγής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί - και - όσον αφορά το κεφάλαιο της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 660/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών όσον αφορά το κεφάλαιο της ένδικης - από 12.12.2005 - αγωγής.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή