Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 281 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη.




Περίληψη:
Ανεπάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για απλή συνέργεια σε κακουργηματική απάτη.




Αριθμός 281/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιώτσα, περί αναιρέσεως της 2731/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ και με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ, 2. Φ και 3. Ξ, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 932/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παράγραφο 3α` του ίδιου άρθρου επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5000.000 δρχ. (ήδη15.000 ευρώ), ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ.(ήδη 73.000 ευρώ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α] σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, β] η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανιέται κάποιος και γ] βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ο τελευταίος μετέρχεται την απάτη κατ` επάγγελμα, όταν στην τέλεσή της προβαίνει έχοντας την πρόθεση της επανειλημμένης διάπραξης της για να πορισθεί εισόδημα προς βιοπορισμό, κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος αυτού προκύπτει ότι έχει αποκτήσει ροπή προς το έγκλημα. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 46 παρ. 1 περ. β` του Π.Κ. τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, κατά δε το άρθρο 47 παρ. 1, που έχει τον υπότιτλο "απλός συνεργός", όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β` του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό [χωρίς να είναι άμεση], εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του, στην πραγμάτωσή της. Η συνδρομή του απλού συνεργού όπως αναφέρθηκε δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της αποφάσεως που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και η ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως ή την παροχή υποσχέσεως για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. Τέλος κατά το άρθρο 49 παρ. 2 του ίδιου κώδικα οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στο πρόσωπο του οποίου υπάρχουν Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 51 0 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχήν αναγκαίο να δικαιολογείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά επίσης και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, καταδίκασε, την αναιρεσείουσα Χ, για απλή συνέργεια κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και συνήθεια σε κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε από τον συγκατηγορούμενό της Ζ. Όπως δε προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εξ' αυτών Ζ ...... Β) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, αποσκοπώντας στην αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την απόκρυψη αθεμίτως ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Διαπράττει δε απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ ή το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000δρχ. Συγκεκριμένα: Διατηρώντας το στο διατακτικό γραφείο χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων συνεργαζόταν με την εταιρεία "ALIKO LiFE Co" ως πράκτορας αυτής ασφαλίσεων ζωής και ατυχημάτων και εκμεταλευόμενος το "κλίμα" της εποχής ενήργησε βάσει οργανωμένου σχεδίου, προβλέποντας την παραπλάνηση όσον το δυνατόν περισσοτέρων υποψηφίων επενδυτών με ψευδείς παραστάσεις σκοπεύοντας στην αποκομιδή τεραστίων χρηματικών ποσών και την εν συνεχεία εξαγωγή αυτών στο εξωτερικό όπου θα μετάβαινε και ο ίδιος. Προς τούτο, εμφανιζόμενος στους επενδυτές ως μεγάλος επιχειρηματίας, με ανάλογη οικονομική επιφάνεια και επικαλούμενος γνωριμίες με μεγάλους οικονομικούς παράγοντες και διασυνδέσεις με μεγάλες χρηματιστηριακές εταιρείες, κυρίως όμως εμφανιζόμενος ως εκπρόσωπος των εταιρειών "ALIKO LiFE Co" και ''ALIKO EUROBANK AEDAR" για λογαριασμό των οποίων δήθεν ενεργούσε ενώ ήταν απλός ασφαλιστικός πράκτορας συνεργαζόμενος με την "ALIKO" ισχυριζόταν ότι αναλαμβάνει την επένδυση κεφαλαίων στο χρηματιστήριο Αθηνών είτε σε αμοιβαία κεφάλαια είτε σε μετοχές υψηλής αποδόσεως, δεσμευόμενος έναντι των υποψηφίων επενδυτών για υψηλά κέρδη και βέβαιη απόδοση τα επιτεύγματα αυτά βεβαίωσε ότι θα πραγματοποιούσε στηριζόμενος δήθεν στην άριστη γνώση της αγοράς, τις προσβάσεις που είχε και την άριστη πληροφόρηση του μέσω των "EUROBANK" και ''ALIKO". Εμφανιζόταν επίσης ότι δήθεν είχε και προσωπική σχέση, με θεσμικούς επενδυτές, σε συμφωνία με τους οποίους μπορούσε να αγοράζει μετοχές εταιρειών προ της εισαγωγής των στο χρηματιστήριο και να εξασφαλίζει έτσι δήθεν υψηλά κέρδη κυρίως για τους πελάτες αλλά και για τον ίδιο. Περαιτέρω, προκειμένου να πείσει τον επενδυτή ότι ενεργούσε δήθεν ως εκπρόσωπος της "ALIKO", παρέδιδε σ'αυτούς πλαστές βεβαιώσεις της τελευταίας (όταν λάμβανε τα χρήματα), ή τους έβαζε και συμπλήρωναν αιτήσεις αγοράς μεριδίων μετοχών όπου ανεγράφετο "ALIKO EUROBANK". Οι βεβαιώσεις και αιτήσεις αυτές ήταν λογότυπα των ανωτέρω εταιρειών που ο ίδιος είχε καταρτίσει, κατ' απομίμηση των γνησίων και συγκεκριμένα στο επάνω δεξιό μέρος υπήρχε η επωνυμία της ασφ. Εταιρείας "ALIKO" υπό την οποία υπέγραφε ο κατηγορούμενος ως διευθυντής αυτής, ενώ στο τέλος του πλαισίου της σελίδας αναγραφόταν η εταιρεία "ALIKO" στην Αγγλική γλώσσα ως μέλος Διεθνούς Αμερικανικού Γκρούπ .Με τον τρόπο αυτό παραπλανούντο οι επενδυτές πιστεύοντας ότι τα χρήματα αυτά διατίθενται σε εξουσιοδοτημένο και αρμόδιο πρόσωπο της εταιρείας "ALIKO", το οποίο νομίμως θα επένδυε σε μετοχές στο Χ.Α.Α, προκειμένου να επιτύχουν υψηλές αποδόσεις, ενώ είναι σαφές ότι ουδέποτε θα έδιναν τα χρήματα τους εάν γνώριζαν ότι η διαχείρησή των ήταν άσχετη με την "ALIKO", δεδομένου ότι η τελευταία ησχολείτο με ασφάλιση ζωής και προσωπικών ατυχημάτων και ουδεμία σχέση έχουσα με διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων. Ειδικότερα με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις του απεκόμισε παράνομα και ενσωμάτωσε στην περιουσία του, με αντίστοιχη βλάβη των παθόντων, τα ακόλουθα ποσά: Στα .... από 22-11-1999 μέχρι 10-12-1999 απεκόμισε παράνομα τα ποσά των εκατόν εξήντα εννέα εκατ. (169.000.000) δραχ και εκατόν έξι εκατομμυρίων (106.000.000) δρχ που του έδωσαν αντίστοιχα οι εγκαλούντες: α) Ψ και β) ..., για να τα κατευθύνει αυτός (κατηγ/νος), ως δήθεν θεσμικός επενδυτής στην απόκτηση-αγορά μετοχών με δημόσια εγγραφή εταιρειών, που επρόκειτο να εισαχθούν στο χρηματιστήριο, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των ως άνω εγκαλούντων. Η 2α εξ αυτών Χ με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος παρέσχε, κατ' επάγγελμα και συνήθεια, απλή συνδρομή στον συγκατηγορούμενο και σύζυγό της Ζ κατά την εκτέλεση των κακουργηματικών πράξεων απάτης που ο τελευταίος τέλεσε σε βάρος των 1) Ψ, 2) ..., 3) Ξ και 4) Φ, όπως οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις περιγράφονται ανωτέρω στο Β κεφάλαιο του διατακτικού υπ' αριθμ.6, 13 και 14. Η συνδρομή της κατηγορουμένης συνίσταται στο ότι παρευρίσκετο στις συναντήσεις του συζύγου της με τους ανωτέρω παθόντες κατά τις, οποίες αυτός τους παρέστησε τ' ανωτέρω ψευδή γεγονότα ως αληθή αποσκοπώντας να τους παραπλανήσει και του καταβάλουν μεγάλα χρηματικά ποσά για αγορά δήθεν μετοχών, τα οποία και επρόκειτο να ιδιοποιηθεί, τελούσε σε γνώση των στοιχείων που συγκροτούν τις πράξεις του συζύγου της, και με την παρουσία της απέβλεπε να ενισχύσει ψυχικά την απόφαση του για τη διάπραξη των εν λόγω αξιοποίνων πράξεων. Ενήργησε δε η κατηγορουμένη κατ επάγγελμα και συνήθεια, δεδομένου ότι τέλεσε επανειλημμένα την πράξη της απλής συνδρομής αποσκοπώντας στην απόκτηση εισοδήματος και έχοντας σταθερή ροπή στη διάπραξη του παραπάνω εγκλήματος. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, που δίκασε, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ' ούτε και στο διατακτικό της, που αποτελεί πιστή αντιγραφή του πρώτου, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού α) δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η "παρουσία" της αναιρεσείουσας κατά τη διάπραξη της κακουργηματικής απάτης, η οποία αναφέρεται στην απόφαση, ως πράξη συνδρομής της, ήταν ενεργός, δηλαδή δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει με ποιό τρόπο η παρουσία αυτής ενθάρρυνε αντικειμενικά την τέλεση της πιο πάνω πράξεως από τον αυτουργό και β) δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση αυτής για την από τον αυτουργό τέλεση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης που αυτός διέπραξε, καθώς και η βούληση της να συμβάλει με την συμπεριφορά της στην τέλεση της πράξεως αυτής από τον αυτουργό. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ. ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2731/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς την αναιρεσείουσα Χ. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή