Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1223 / 2015    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως απόρριψη, Αναιρέσεως λόγοι, Δασική έκταση.




Περίληψη:
Δασικές εκτάσεις. Παράνομη κατάληψη αναδασωτέας δημόσιας δασικής έκτασης. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου. Απορριπτέοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, αφού αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η απόφαση του Γ.Γ. Περιφέρειας, με την οποία χαρακτηρίσθηκε ώς αναδασωτέα η δημόσια δασική έκταση, τμήμα της οποίας καλλιέργησε παράνομα ο αναιρεσείων, η δημοσίευση της σε συγκεκριμένο φύλλο ΦΕΚ καθώς και η δημοσίευση του συνοδεύοντος αυτήν σχεδιαγράμματος. Αρκεί η δημοσίευση του σχεδιαγράμματος εν «φωτοσμικρήνσει». Νομίμως εξετάσθηκε στο ακροατήριο ως μάρτυρας, ο ασκήσας προανακριτικά καθήκοντα, δασικός υπάλληλος και το δικαστήριο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β' του ΚΠΔ πλημμέλεια της σχετικής ακυρότητας, λόγω εξετάσεως του. Απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη ακρόασης γιατί καίτοι ο κατηγορούμενος προέβαλε αίτημα να μην αναγνωσθούν ορισμένα έγγραφα, διότι προσκομίσθηκαν από μάρτυρα στο ακροατήριο, μετά την απάντηση της εισαγγελέως η οποία πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος και την ανάγνωση των επίμαχων εγγράφων, δεν δόθηκε εκ νέου ο λόγος σε αυτόν (κατηγορούμενο) και στη συνέχεια αναγνώστη καν. Απόρριψη σχετικού λόγου, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε εκ νέου τον λόγο από την διευθύνουσα την συζήτηση προς ανταπάντηση στην εισαγγελική πρόταση, αφού η πρόεδρος δεν ήταν υποχρεωμένη αυτεπαγγέλτως να δώσει και πάλι στον κατηγορούμενο τον λόγο. Μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων μπορούν να ληφθούν υπόψη και έγγραφα που εγχείρισε στο Δικαστήριο κάποιος μάρτυρας κατηγορίας που δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά. Η χρησιμοποίηση τους δεν απαγορεύεται ρητώς από καμία διάταξη νόμου και δεν αντίκειται σε θεμελιώδεις διατάξεις του δικονομικού συστήματος που ισχύει Η λήψη υπόψη τέτοιων εγγράφων δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας, ούτε δημιουργεί την αναιρετική πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας. Απορρίπτεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης και η αναίρεση στο σύνολο της.





Αριθμός 1223/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Σ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεκέα, για αναίρεση της υπ’ αριθ.1745/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 749/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 19-6-2015 (αριθμ. 6/2015) αίτηση του Σ. Σ. του Λ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.1745/17-6-2014 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ.1 και 3, 474 παρ.1, 2 και 3). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 70 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2081/1992 "όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται...", κατά δε το άρθρο 41 παρ. 1 του ιδίου νόμου (998/1979), "η κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου Νομάρχη, καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Επομένως, στην απόφαση που καταδικάζει για παράβαση του άρθρου 70 παρ. 1 του ν. 998/1979, πρέπει να αναφέρονται η απόφαση του Νομάρχη (ήδη Γ.Γ. της Περιφέρειας, ο οποίος δύναται να μεταβιβάσει αρμοδιότητες στους προϊσταμένους των Δασικών Υπηρεσιών), το σχετικό σχεδιάγραμμα και η δημοσίευση αυτών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και αν πρόκειται για δημόσια ή ιδιωτική έκταση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, (στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος), οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται αυτά. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, υπ’ αριθμό 1745/2014, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της πράξεως της παράνομης καλλιέργειας αναδασωτέας δασικής εκτάσεως, (άρθρο 70 παρ. 1 ν. 998/1979), με την ελαφρυντική περίσταση των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84 παρ.2 β Π.Κ.), και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσα επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, αναιρετικώς ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Με την υπ’ αριθ. 2058/23-6-2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, νόμιμα δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ τεύχος Δ αριθ. 812/2004 κηρύχθηκε ως αναδασωτέα, μετά την υπ’ αριθμ. 5101/18-6-2004 πρόταση του Δασαρχείου Πατρών, έκταση συνολικού εμβαδού 561.028,25 τ.μ. στη θέση "..." της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου ... Αχαΐας, εικονιζόμενη στο συνοδεύον την απόφαση αυτή τοπογραφικό διάγραμμα. Η έκταση αυτή ήταν δάσος από άτομα κουκουναριάς, χαλεπίου, πεύκης και αείφυλλων πλατύφυλλων με ποσοστό κάλυψης 70% το έτος 1945, του οποίου η βλάστηση καταστράφηκε από παράνομη κατάληψη - εκχέρσωση που έγινε σταδιακά και ακολούθως καλλιεργήθηκε γεωργικώς και εντός αυτής κατασκευάστηκαν παράνομα κτίσματα (οικίες, αποθήκες, καλύβες, ποιμνιοστάσια κ.λ.π.). Περαιτέρω, το δάσος της ..., στο οποίο εμπίπτει η επίδικη έκταση, έχει περιληφθεί στον πίνακα υγροτόπων διεθνούς σημασίας, σύμφωνα με τη σύμβαση Ραμσάρ, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 191/1974. Η άνω έκταση κηρύχθηκε νόμιμα ως αναδασωτέα με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, ο οποίος είχε την σχετική αρμοδιότητα προς τούτο, κατόπιν μεταφοράς σ’ αυτόν της σχετικής αρμοδιότητας από τον Νομάρχη, με ρητή παράθεση στην άνω απόφαση της νομοθεσίας που θεμελιώνει την αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας για κήρυξη έκτασης ως αναδασωτέας (ν. 2503/1997). Στην έκταση αυτή περιλαμβάνεται τμήμα 10.872 τ.μ., το οποίο κατελήφθη την 15-1-2008 να καλλιεργεί παράνομα με την εμφύτευση και καλλιέργεια κηπευτικών ο κατηγορούμενος Σ. Σ., μολονότι γνώριζε ότι η εν λόγω δασική έκταση μετά από πυρκαγιά είχε κηρυχτεί αναδασωτέα με την άνω 2058/23-6-2004 υπ’ αριθμ. απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο δήμο ... και στο δ.δ. ..., όπως προκύπτει από τα από 22-9-2004 αποδεικτικά δημοσίευσης του δασοφύλακα Π. Γ....... Ακολούθως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της καλλιέργειας εντός αναδασωτέας εκτάσεως...". Κατ’ ακολουθία τούτων στο διατακτικό κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στη θέση ... Δ. Δ, ... του Δήμου ... Αχαΐας την 15-1-2008 γεωργικώς καλλιέργησε έκταση η οποία κηρύχτηκε αναδασωτέα. Συγκεκριμένα: Εντός της προαναφερομένης δασικής εκτάσεως παράνομα φύτευσε και καλλιέργησε κηπευτικά σε έκταση εμβαδού 10.872 τ.μ. μολονότι γνώριζε ότι η εν λόγω δασική έκταση μετά από πυρκαγιά είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 2058/23-6-04 απόφαση του Γεν. Γραμμ. Περιφ. Δυτ. Ελλάδος". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.ΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αναφέρονται σε αυτήν, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό προς το διατακτικό της, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 ΠΚ και άρθρ. 70 παρ. 1 ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 29 παρ. 1 του Ν. 2081/1992, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, αιτιολογείται η καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για την ως άνω πράξη με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προέβη στην πράξη της παράνομης καλλιέργειας αναδασωτέας δασικής εκτάσεως, έκτασης 10.872 τ.μ., ότι η έκταση αυτή είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ’ αριθμό 2058/23-6-2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, αναφέρεται ο αριθμός του ΦΕΚ (Δ’ 812) στο οποίο έχει δημοσιευθεί αυτή και το συνοδεύον την απόφαση αυτή τοπογραφικό διάγραμμα , στοιχεία που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος. Δεν απαιτείται δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, μνεία του ότι το διάγραμμα είναι λεπτομερές, αφού κατά την προπαρατεθείσα πρόβλεψη του άρθρου 41 παρ. 1 του ν 998/1979 αρκεί η δημοσίευση "εν φωτοσμικρύνσει" η οποία αναγκαίως αποκλείει το λεπτομερές, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών αιτιάσεων του αναιρεσείοντος. Εξάλλου οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης περί του ότι η ως άνω απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, περί κήρυξης ως αναδασωτέας της παραπάνω έκτασης, δημοσιεύθηκε, πλην του ΦΕΚ και στο Δήμο ... και στο δ.δ. ..., με επίκληση των σχετικών αποδεικτικών δημοσίευσης του δασοφύλακα Π. Γ., δεν αναιρεί την τυπική προϋπόθεση της δημοσίευσής της στο ΦΕΚ, ούτε δημιουργεί αντιφατική αιτιολογία όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων.
Επομένως ο προβαλλόμενος από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ , και κατ’ ορθή εκτίμηση Ε’ , του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως της κύριας επί της ενοχής απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που περιέχονται στον αυτό ως άνω λόγο, περί του ότι δεν αιτιολογείται από ποια στοιχεία πείστηκε το Δικαστήριο ότι στην αναδασωτέα έκταση περιέχεται και η φερόμενη ως καταληφθείσα από αυτόν, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αυτού δεύτερου λόγου, με τις οποίες, κατ’ εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων στην αίτηση αναιρέσεως, μαρτυρικών καταθέσεων των μαρτύρων Β. Ν., Η. Ν. και Γ. Μ., και άλλων αποδεικτικών μέσων, και δη της απολογίας του, προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πλήττουν επίσης την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι αυτές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Σε συνέχεια των παραπάνω, ο αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς το δόλο του και ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της γνώσης του περί του ότι η έκταση που φέρεται ότι καλλιέργησε, είχε κηρυχθεί αναδασωτέα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, για την υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω αδικήματος δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση του δόλου, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής και την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης που προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο περιέχει αιτιολογία και ως προς το δόλο του κατηγορουμένου, αφού δέχθηκε ότι στην αναδασωτέα έκταση, περιλαμβάνεται τμήμα 10.872 τ.μ. το οποίο κατελήφθη να καλλιεργεί παράνομα με την εμφύτευση και καλλιέργεια κηπευτικών, μολονότι γνώριζε ότι η εν λόγω δασική έκταση είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την άνω απόφαση του Γ.Γ. της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος. Επομένως ο προβαλλόμενος από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ , του ΚΠΔ, έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της κύριας επί της ενοχής απόφασης ως προς το στοιχείο του δόλου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αυτού έκτου λόγου, με τις οποίες, κατ’ εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων μαρτυρικών καταθέσεων των μαρτύρων Β. Ν., Η. Ν., Γ. Μ. και Σ. Α., προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ως προς το θέμα του δόλου, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 περ. α’ του Κ.Π.Δ. με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής ως άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται η διενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως από Εισαγγελικό λειτουργό ή τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης ή της προανάκρισης από τα πρόσωπα που άσκησαν καθήκοντα στην υπόθεση αυτή. Ο λόγος του αποκλεισμού της εξετάσεως των προσώπων αυτών ως μαρτύρων πρέπει να αναζητηθεί στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, που απορρέει από την πληροφόρησή τους κατά την προδικασία ή στο ακροατήριο. Η παρά την απαγόρευση της διατάξεως του άρθρου 211 περ.α’ Κ.Π.Δ. εξέταση ενός τέτοιου μάρτυρα στο ακροατήριο δημιουργεί ακυρότητα, η οποία είναι σχετική και καλύπτεται, αν δεν προταθεί, μέχρις ότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό (άρθρ. 173 παρ.1 και 174 παρ.1), ενώ αν δεν καλυφθεί δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ., σε περίπτωση που η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που απορρίπτει το ορισμένως υποβληθέν αίτημα του κατηγορουμένου να μη ληφθεί υπόψη κατάθεση ως μάρτυρα στο ακροατήριο προσώπου από τα εμπίπτοντα σε αυτά που άσκησαν ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση, δεν είναι ειδικά αιτιολογημένη, δοθέντος ότι η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. να εκτείνεται όχι μόνο στην κύρια απόφαση για καταδίκη ή απαλλαγή του κατηγορουμένου αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις του δικαστηρίου, είτε είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 292 του ν. δ/τος 86/1969 περί Δασικού Κώδικα, που ορίζει ότι "κατ’ εξαίρεσιν της διατάξεως του άρθρου 211 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας, τα δασικά εν γένει όργανα παντός βαθμού, δια τα περί τα δάση αδικήματα, δύναται να εξετάζωνται και επ’ ακροατηρίω ως μάρτυρες εν τη υποθέσει, εν τη οποία εξετέλεσαν καθήκοντα ανακριτικού υπαλλήλου ή γραμματέως ...", εισάγεται εξαίρεση από την απαγόρευση του εδαφίου α’ του άρθρου 211 ΚΠΔ που απαγορεύει με ποινή (σχετικής) ακυρότητας της διαδικασίας την εξέταση ως μαρτύρων στο ακροατήριο των προσώπων που άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Ως "περί το δάσος αδίκημα" νοείται η εκχέρσωση και η καλλιέργεια εντός αναδασωτέας εκτάσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, νομίμως εξετάσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως μάρτυρας, ο ασκήσας προανακριτικά καθήκοντα, με τη σύνταξη εκθέσεως αυτοψίας και λήψη μαρτυρικών καταθέσεων, δασικός υπάλληλος Β. Ν. και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε (κατά πλειοψηφία), την προβληθείσα από το συνήγορο του αναιρεσείοντος ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας για τον ανωτέρω λόγο και τον εξέτασε, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β’ του ΚΠΔ πλημμέλεια της σχετικής ακυρότητας, λόγω εξετάσεως του ως άνω μάρτυρα, κατόπιν απορρίψεως από την αναιρεσιβαλλομένη της ενστάσεως του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, περί μη εξετάσεώς του. Κατ’ ακολουθία, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος Α ‘ με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη , για σχετική ακυρότητα, λόγω εξετάσεως ως μάρτυρα του δασικού υπαλλήλου κατόπιν απορρίψεως από την αναιρεσιβαλλομένη της ενστάσεως του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου περί μη εξετάσεώς του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η προβληθείσα κατά τα άνω ένσταση από το συνήγορο του αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε με την παρακάτω αιτιολογία : "Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 292 του Δασικού Κώδικα (ΝΔ 86/1969), κατ’ εξαίρεση της διάταξης του άρθρου 211 ΚΠΔ, τα δασικά εν γενεί όργανα παντός βαθμού, για τα δασικά αδικήματα, μπορούν να εξετάζονται και στο ακροατήριο ως μάρτυρες στην υπόθεση στην οποία εκτέλεσαν καθήκοντα ανακριτού ή γραμματέως. Τα δε δασικά αδικήματα τυποποιούνται στο ν. 998/1979, τέτοιο δε είναι και η παράβαση του άρθρου 70 του ν. 998/1979, ήτοι η καλλιέργεια εντός αναδασωτέας έκτασης, το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Συνακόλουθα, κατά την πλειοψηφούσα άποψη που σχηματίστηκε στο παρόν Δικαστήριο, νομίμως είχε κληθεί να εξεταστεί ως μάρτυρας κατηγορίας αρχικά ο δασοφύλακας Π. Γ. και στη συνέχεια, λόγω επισυμβάντος θανάτου αυτού, σε αντικατάσταση του ο δασικός υπάλληλος Α. Ν., ακόμη και αν αυτός είχε εκτελέσει προανακριτικά καθήκοντα στην συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, αφού η διάταξη του άρθρου 292 Δασικού Κώδικα, ρητά προβλέπει την δυνατότητα εξέτασης του ως μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο, κατ’ απόκλιση από τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 211 ΚΠοιν.Δ.".
Η παραπάνω αιτιολογία είναι πλήρης ειδική και εμπεριστατωμένη και συνεπώς το δικαστήριο δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του ΚΠΔ’ αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της παραπάνω ένστασης περί μη εξετάσεως ως μάρτυρα του δασικού υπαλλήλου Β. Ν.. Κατ’ ακολουθία, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος Β’ με στοιχείο α’ , με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για έλλειψη αιτιολογίας, της παραπάνω παρεμπίπτουσας απόφασης είναι αβάσιμος. Με το στοιχείο β’ του ίδιου ως άνω Β’ σκέλους, του αυτού πρώτου λόγου αναιρέσεως ζητείται η αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης για εσφαλμένη ερμηνεία των δικονομικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 292 του ν. δ/τος 86/1969 περί Δασικού Κώδικα, 70 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας" και 211 του ΚΠΔ, όσον αφορά το επιτρεπτό της εξετάσεως ως μαρτύρων των ασκησάντων προανακριτικά καθήκοντα δασικών υπάλληλων. Επειδή κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή μόνον ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Συνεπώς και κατά το σκέλος αυτό ο πρώτος λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον με αυτόν δεν πλήττεται ουσιαστική ποινική διάταξη. Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η αιτίαση του αναιρεσείοντα, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, σχετικά με την εξέταση του παραπάνω μάρτυρα, εκ του λόγου ότι καίτοι αυτός καταδικάστηκε με τις διατάξεις του άρθρου 70 παρ.1 του ν. 998/1979, που δεν αποτελεί δασικό αδίκημα, εν τούτοις έγινε αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 292 ν.δ.86/89 (Δασικού Κώδικα) η οποία προβλέπει την παραπάνω εξαίρεση, είναι αβάσιμη για τους παρακάτω λόγους: Ο Δασικός Κώδικας, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει και δεν τροποποιήθηκε η επίμαχη διάταξη του άρθρου 292, η οποία τιτλοφορείται με τον τίτλο "Εξέτασις δασικών οργάνων" δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε νομοθετήματα αλλά αναφέρει όπως προαναφέρθηκε "....τα δασικά εν γένει όργανα παντός βαθμού, διά τα περί τα δάση αδικήματα, δύνανται να εξετάζωνται και επ’ ακροατηρίω ως μάρτυρες εν τη υποθέσει, εν τη οποία εξετέλεσαν καθήκοντα ανακριτού ή γραμματέως....".
Συνεπώς η διάταξη αυτή καταλαμβάνει και τα αδικήματα του ν. 998/79 ο οποίος τιτλοφορείται με τον τίτλο "ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΑΣΩΝ-δασικών εκτάσεων" και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον παραπάνω λόγο είναι αβάσιμα. Η κατά τα άνω ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει ένσταση τοπικής αναρμοδιότητας πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα, προέβαλε γραπτώς και ανέπτυξε και προφορικά, ένσταση τοπικής αναρμοδιότητας. Όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή και τα ενσωματωμένα πρακτικά της δίκης, το ως άνω δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του, τα άνω αποδεικτικά μέσα, απέρριψε, με σχετικό σκέλος της κύριας επί της ενοχής απόφασής του, την υποβληθείσα κατά τα άνω υπό του συνηγόρου υπερασπίσεως ένσταση αναρμοδιότητας ως αβάσιμη, με την παρακάτω, κατά πιστή αντιγραφή, αιτιολογία: "Ακολούθως, ως προς την θέση (εντός των ορίων του νομού Αχαΐας ή του νομού Ηλείας) την οποία βρίσκεται η περιοχή "...", από την εκτίμηση των άνω αποδεικτικών στοιχείων αποδείχθηκε ότι η θέση ... βρίσκεται εντός των ορίων του δάσους της ... Ιεράς Μονής Μεγάλου Σπηλαίου στην περιφέρεια της πρώην κοινότητας ... Αχαΐας, και όχι στην περιφέρεια της πρώην κοινότητας ... Ηλείας, όπως αβάσιμα διατείνεται ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα, το δάσος της ... εκτείνεται στην παραλιακή ζώνη των πρώην κοινοτήτων ... Αχαΐας και ... Ηλείας, ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά διακατέχεται από τις Ιερές Μονές Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων, το τμήμα που βρίσκεται εντός του νομού Αχαΐας και την Μονή Ταξιαρχών Αιγιαλείας το τμήμα που βρίσκεται στο νομό Ηλείας. Τα όριο των δυο αυτών τμημάτων του δάσους, όπου αυτά εφάπτονται, αποτελούν και όρια των δυο πρώην κοινοτήτων ... Αχαΐας και ... Ηλείας, σύμφωνα με την από 19-6-1926 οριστική έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής Καθορισμού Ορίων (η οποία αναγνώστηκε). Σύμφωνα με το πρακτικό αυτό το δάσος της ... (...) ανήκει στην Κοινότητα ... Αχαΐας. Συνακόλουθα η περιοχή ..., που βρίσκεται εντός του δάσους της ... ανήκει και αυτή στην κοινότητα ... ν. Αχαΐας. Το γεγονός αυτό ενισχύεται, εκτός των άλλων που θα εκτεθούν στην συνέχεια, από το ότι για την θέση αυτή, στην οποία ορισμένοι ιδιώτες έχουν κατά καιρούς εκχερσώσει το δάσος και έχουν καλλιεργήσει εντός αυτού, το Δασαρχείο Πατρών, ως η κατά τόπο αρμόδια δασική Υπηρεσία, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1937 έως και 1994 έχει εκδώσει εξήντα (60) πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής εναντίον των διαφόρων καταπατητών, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν υπ’ αριθμ. πρωτ. .../10-11-2009 έγγραφο του Δασαρχείου Πατρών (Τμήμα Δασοπροστασίας) με το συνημμένο πίνακα 60 πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής που έχει εκδώσει το Δασαρχείο Πατρών για την έκταση του δάσους ..., στην περιοχή "...". Μεταγενέστερα ηγέρθησαν αμφισβητήσεις όσον αφορά την ακριβή θέση των αναφερόμενων στην από 19-6-1926 έκθεση της Επιτροπής καθορισμού ορίων σταθερών θέσεων, τοποθεσιών και σημείων με αποτέλεσμα την δημιουργία επίδικης περιοχής μέσα στην οποία βρίσκεται ο οικισμός .... Ειδικότερα, το έτος 1982 η κοινότητα ... αμφισβήτησε τα όρια μεταξύ των κοινοτήτων ... νομού Ηλείας και ... νομού Αχαΐας, όπως αυτά είχαν καθοριστεί από την αρμόδια Επιτροπή Ορίων το έτος 1926 και διεκδίκησε την θέση ... από την κοινότητα .... Η Πρωτοβάθμια Επιτροπή Ορίων που εξέτασε την ένσταση της κοινότητας Μανωλάδας, με την υπ’ αριθμ. 2/1982 απόφαση της, τροποποίησε τα όρια και περιέλαβε την θέση ... στην κοινότητα Μανωλάδας. Κατά της απόφασης αυτής, η κοινότητα ..., προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο Ορίων, το οποίο, με την υπ’ αριθμ. 1/1984 απόφαση του (η οποία αναγνώστηκε), κατόπιν επιτόπιας αυτοψίας του επιδίκου χώρου, ακύρωσε την υπ’ αριθμ. 2/1982 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής καθορισμού ορίων για το λόγο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 1080/1980 για την αναθεώρηση των ορίων των δυο κοινοτήτων, αφού ο κείμενος στον επίδικο χώρο οικισμός ... δεν υφίστατο κατά το χρόνο έκδοσης της από 19-6-1926 έκθεση της Επιτροπής καθορισμού ορίων, Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο απείχε του νέου καθορισμού ορίων μεταξύ των κοινοτήτων ... ν. Ηλείας και ... ν. Αχαΐας για το λόγο ότι από τις διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα δεν επιτρέπεται να γίνει νέος καθορισμός ορίων, εφόσον αυτά έχουν καθοριστεί με έκθεση που δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η επίδικη θέση ... επανήλθε εντός των ορίων της κοινότητας ... νομού Αχαΐας, χωρίς να αποδεικνύεται μέχρι σήμερα ότι η ισχύς απόφασης αυτής έχει αρθεί με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Βέβαια είναι γεγονός ότι η περιοχή ... έχει απογραφεί ως οικισμός στο ν. Ηλείας, καθώς και ότι έχει κτηματογραφηθεί ως ιδιωτική από το Κτηματολογικό Γραφείο ..., αφού η Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης της Ν.Α. Ηλείας έχει εκφράσει την άποψη ότι η επίδικη έκταση έχει αγροτικό χαρακτήρα και είναι εποικιστική (σε αντίθεση με την Δ/νση Δασών νομού Αχαΐας, σύμφωνα με την οποία η θέση ... βρίσκεται εντός του δάσους ... και αποτελεί ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου που ανέκαθεν διαχειριζόταν το Δασαρχείο Πατρών) χωρίς όμως να αποδεικνύεται απ’ αυτό ότι η επίδικη περιοχή βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων του νομού Ηλείας, αφού όπως ήδη αναφέρθηκε, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1/1984 απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Ορίων Πύργου η θέση ... ρητά βρίσκεται εντός των ορίων της κοινότητας ... Αχαΐας, όπως αυτό είχε καθοριστεί από την αρμόδια Επιτροπή Ορίων του έτους 1926. Βάσει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η προβαλλόμενη από τον κατηγορούμενο ένσταση περί κατά τόπον αναρμοδιότητας του παρόντος αλλά και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προς εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης σε βάρος του κατηγορουμένου -εφεσίβλητου".
Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις και με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, απέρριψε, με την παραπάνω κύρια επί της ενοχής απόφασή του, την πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος περί κατά τόπον αναρμοδιότητας του ιδίου αλλά και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προς εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας της ως άνω αποφάσεως, κατά το σκέλος με το οποίο απορρίφθηκε η ως άνω ένσταση τοπικής αναρμοδιότητας, είναι αβάσιμος.
Οι λοιπές επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντα που περιέχονται στον αυτό λόγο, με τις οποίες, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αυτού τέταρτου λόγου, με τις οποίες, κατ’ εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω (επισημαινόμενα) αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη, οι αυτές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ο συντάκτης αυτού ούτε και ο χρόνος σύνταξης τους, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη, για απόλυτη ακυρότητα, γιατί λήφθηκε υπ’ όψη, χωρίς να αναγνωστεί, το ΦΕΚ τεύχος Δ’ αριθ. 812/2004 όπου δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθ. 2058/23-6-2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, με την οποία κηρύχθηκε ως αναδασωτέα η επίμαχη έκταση. Το έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αναγνώσθηκε, η αναγκαία δε μνεία του εγγράφου αυτού από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μολονότι δεν αναγνώστηκε, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού στο εν λόγω ΦΕΚ δημοσιεύθηκε η αναγνωσθείσα στο ακροατήριο υπ’ αριθ. 2058/23-6-2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, με την οποία κηρύχθηκε ως αναδασωτέα, έκταση συνολικού εμβαδού 561.028,25 τ.μ. στη θέση "..." της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου ... Αχαΐας, εικονιζόμενη στο συνοδεύον την απόφαση αυτή τοπογραφικό διάγραμμα, οπότε ο αναιρεσείων έλαβε γνώση του περιεχομένου αυτής και του συνοδεύοντος αυτήν σχεδιαγράμματος, καθ’ όσον από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά (υπ’ αριθ. 2058/23-6-2004 απόφαση και το συνοδεύον αυτήν σχεδιαγράμμα), που ως προς το περιεχόμενό τους ταυτίζονται με το περιεχόμενο του άνω ΦΕΚ όπου δημοσιεύθηκαν, αναγνώσθηκαν (υπ’ αύξοντα αριθμό 2 και 3 αντίστοιχα στη σελίδα 19) και έτσι δόθηκε στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα η δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, και ο οποίος επομένως δεν στερήθηκε κανένα υπερασπιστικό του δικαίωμα.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εκ του λόγου ότι λήφθηκε υπόψη, χωρίς να αναγνωστεί, το παραπάνω ΦΕΚ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, κατά την οποία, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ίδιου κώδικα, που ορίζει ότι, ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α’ του ΚΠΔ στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Το δικαστήριο της ουσίας όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου, αιτιολογώντας ειδικώς την απορριπτική απόφασή του, άλλως αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως από την τελευταία κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ ακυρότητα της διαδικασίας, πρέπει να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση άμεση προσφυγή του σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί. Η υποβολή αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειάς τους, παρά μόνο με την προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του ΚΠΔ. Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 παρ. 2 και 3 και 335 παρ. 2 του ΚΠΔ συνάγεται ότι οσάκις, ο διευθύνων την συζήτηση δίδει κατ’ αίτηση των διαδίκων τον λόγο σ’ αυτούς προκειµένου να προβούν σε δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για κάθε θέµα που αφορά την συζητουµένη υπόθεση, αν εκείνος που ζήτησε και έλαβε τον λόγο είναι ο κατηγορούµενος, δεν υποχρεούται µετά την απάντηση του εισαγγελέα και των διαδίκων, να δώσει εκ νέου σ’ αυτόν (κατηγορούµενο) τελευταίο το λόγο. Μόνον δε, αν ζητήσει ο κατηγορούµενος και πάλι το λόγο και δεν του δοθεί από τον διευθύνοντα την συζήτηση και προσφύγει αυτός αµέσως, µη αποδεχόµενος την προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το δικαστήριο και αυτό αρνηθεί να του δώσει το λόγο, επέρχεται κατ’ άρθρο 170 παρ. 2 ακυρότητα, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 354/2010). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του προέβαλε και ανέπτυξε προφορικώς αίτημα να μην αναγνωσθούν ορισμένα έγγραφα. διότι προσκομίσθηκαν από μάρτυρα. Μετά την απάντηση της εισαγγελέως η οποία πρότεινε την απόρριψη των αντιρρήσεων και την ανάγνωση των επίμαχων εγγράφων, ο ανωτέρω δεν ζήτησε εκ νέου τον λόγο από την διευθύνουσα την συζήτηση προς ανταπάντηση στην εισαγγελική πρόταση και ως εκ τούτου δεν επήλθε ακυρότητα στο ακροατήριο, ώστε να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β’ του ΚΠΔ ούτε κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, καθ’ όσον, κατά τα ανωτέρω, η πρόεδρος δεν ήταν υποχρεωμένη αυτεπαγγέλτως να δώσει και πάλι στο συνήγορο τον λόγο. Εντεύθεν ως προς το πρώτο (Α) σκέλος του ο σχετικός πέμπτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177, 178 και 179 του ΚΠΔ προκύπτει ότι στην ποινική δίκη επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου, είτε είναι απ’ αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 178 είτε άλλα, ακόμα και άκυρα, αρκεί η χρησιμοποίηση τους να μην απαγορεύεται από το νόμο, είτε ρητά, είτε γιατί είναι αντίθετα στις διατάξεις του δικονομικού συστήματος που ισχύει ή αν η χρησιμοποίησή τους προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ’ ΚΠΔ. (ΑΠ 1489/2013) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο της ουσίας, με την επαρκή αιτιολογία ότι δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους και συνεπώς μπορούν να αναγνωσθούν, έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που εγχείρισε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας κατηγορίας Η. Ν., που δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά και μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στην ποινική δίκη. Η χρησιμοποίηση τους δεν απαγορεύεται ρητώς από καμία διάταξη νόμου και δεν αντίκειται σε θεμελιώδεις διατάξεις του δικονομικού συστήματος που ισχύει και η λήψη τους υπόψη από το Δικαστήριο τέτοιων εγγράφων δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας του, ούτε τούτο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων υποστηρίζει. Επομένως και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α’ , Δ’ και Η’ , κατ’ εκτίμηση, αιτιάσεις, περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, υπέρβασης εξουσίας και έλλειψης αιτιολογίας αντίστοιχα, που προβάλλονται με τα στοιχεία Β’ και Γ’ του πέμπτου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμες.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 1 και 498 του ΚΠΔ προκύπτει , ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 του ΚΠΔ, η άσκηση αυτής πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση , άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αξιούμενη αιτιολογία, της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα, εφέσεως, κατά της αθωωτικής αποφάσεως, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ’ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη την κρίνει παραδεκτή και, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών, το δικαστήριο τούτο δέχθηκε τυπικά την υπ’ αριθ. 49/2-6-2010 έφεση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, κατά της υπ’ αριθ. 327/2010 αθωωτικής, του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Δύμης και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, τον κήρυξε ένοχο, της αξιόποινης πράξεως που προαναφέρθηκε και τον καταδίκασε στην ποινή που επίσης προαναφέρθηκε. Στην παραπάνω έφεση, του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, την οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο ‘ Αρειος Πάγος, αναφέρεται ότι ".... ασκεί έφεση ......κατά της υπ’ αριθμ.... απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Δύμης, με το οποίο αθωώθηκε ο Σ. Σ., κάτοικος ... Ηλείας, για καλλιέργεια "εκτάσεως, εμβαδού 10.614,505 τ.μ., που βρίσκεται στο Δ.Δ.... του Δήμου ... Αχαϊας, η οποία κηρύχθηκε ως αναδασωτέα με την αριθμ.2058/23-6-04 απόφαση του Γεν.Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτ.Ελλάδος και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχος Δ’ αριθμ.812/2004, επειδή το δικάσαν Πρωτοβάθμιο Δ/ριο, αποδεχόμενο σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό της υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, εσφαλμένως εξέλαβε ότι δεν συντρέχει στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του προαναφερομένου εγκλήματος, και συγκεκριμένα ότι η ανωτέρω έκταση δεν έχει κηρυχθεί νομίμως ως αναδασωτέα, άρα δεν έχει αυτόν τον χαρακτήρα, που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Ν.998/79 το οποίο τυποποιεί το κρισιολογούμενο αδίκημα, διότι κηρύχθηκε η επίμαχη έκταση ως αναδασωτέα από αναρμόδιο όργανο, κι όχι από τον Νομάρχη, στον οποίο η διάταξη του άρθρου 41 Ν.998/79 έχει αναθέσει την σχετική αρμοδιότητα. Η σκέψη όμως αυτή είναι, όπως προαναφέραμε, εσφαλμένη, διότι στην απόφαση του Γεν.Γραμματέα της Περιφέρειας, που προεκτέθηκε, και είναι συνημμένη στην δικογραφία, παρατίθεται λεπτομερώς η νομοθεσία δυνάμει της οποίας μεταφέρθηκε η σχετική αρμοδιότητα στον Γεν.Γραμματέα Περιφέρειας από τον Νομάρχη (βλ.Ν...αριθμ.186/20-6-98 απόφαση Γ.Γ.Π.Δ. κ.λπ.), στην οποία νομοθεσία στηρίχθηκε ο τελευταίος προς έκδοση της προαναφερόμενης αποφάσεώς του" Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά, το Τριμελές Πλημ/κείο, απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, περί απαραδέκτου της παραπάνω εφέσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών κατά της υπ’ αριθ. 327/2010 αθωωτικής του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Δύμης, και αφού δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση του Εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως, στη συνέχεια, εξέτασε την ουσία της υποθέσεως και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατά τα εκτεθέντα. Προκειμένου να απορρίψει την παραπάνω ένσταση, το Εφετείο δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Η κρινόμενη έφεση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών κατά της προσβαλλομένης υπ’ αριθμ. 327/2010 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Δύμης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (η εκκαλουμένη εκδόθηκε την 26-5-2010 και η έφεση ασκήθηκε την 2-6-2010), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 464, 473, 474, 477, 486 και 498 του ΚΠοινΔ. ..... Εξάλλου, η υπ’ αριθμ. 49/2010 έκθεση έφεσης υπογράφεται από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών Γεώργιο Μπισμπίκη, ο οποίος με δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Δύμης Σπύρου Δαρειώτη άσκησε την έφεση χωρίς να προκύπτει καμία ακυρότητα της σχετικής έκθεσης έφεσης από το ότι στην πρώτη σελίδα αυτής, από προφανή παραδρομή, δεν αναγράφεται το όνομα του Εισαγγελέα που άσκησε την έφεση, αφού το όνομα αυτού ρητά αναφέρεται μετά την υπογραφή του στο δεύτερο φύλλο της έκθεσης έφεσης. Τέλος, το ότι στην υπ’ αριθμ. 49/2010 έκθεση έφεσης δεν προσδιορίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δημιουργεί καμία ακυρότητα της σχετικής έκθεσης και απαράδεκτο του ένδικου μέσου, αφού γίνεται αναφορά σε άλλα στοιχεία, όπως το δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη, το ονοματεπώνυμο του κατηγορουμένου, η πράξη για την οποία αυτός αθωώθηκε κ.α. (βλ. ΑΠ533/1977, ΠΧ ΚΖ 847, Μ. Μαργαρίτης: Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εκδ. 2008, σελ. 960, υπό το άρθρο 474 ΚΠοινΔ)". Η παραπάνω αιτιολογία της εφέσεως του Εισαγγελέως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, διότι, περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος, αφού εκτίθεται σ’ αυτήν ποιες είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής αποφάσεως σχετικά με το νομικό θέμα ποιος έχει αρμοδιότητα για την κήρυξη αναδασωτέας έκτασης και από ποια συγκεκριμένα περιστατικά δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως. Ειδικότερα, δεν αρκείται ο Εισαγγελέας να αναφέρει στην έφεσή του στερεότυπες εκφράσεις αλλά αναφέρει την έκταση της αναδασωτέας έκτασης το Δ.Δ. στο οποίο ανήκει αυτή, την απόφαση του Γ.Γ. της περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος με την οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα η παραπάνω έκταση, και το ΦΕΚ στο οποίο δημοσιεύθηκε. Επίσης αναλύει ότι εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι δεν στοιχειοθετείται ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου εκ του λόγου ότι η επίμαχη έκταση κηρύχθηκε ως αναδασωτέα έκταση από αναρμόδιο όργανο το Γ.Γ. της περιφέρειας αντί του Νομάρχη που ήταν αρμόδιος και παραθέτει τις διατάξεις με βάση τις οποίες η σχετική αρμοδιότητα έχει μεταβιβασθεί από το Νομάρχη στο Γ.Γ. της περιφέρειας.
Κατά συνέπεια, δεν υπερέβη την εξουσία του το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει την ένσταση περί απαραδέκτου της εφέσεως, με την προαναφερθείσα εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και στη συνέχεια με το να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα. Πρέπει, επομένως, ο σχετικός έβδομος λόγος, κατά το Α’ σκέλος του, της κρινομένης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 Η’ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατ’ εκτίμηση, περί υπέρβασης εξουσίας καθώς και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί έλλειψης αιτιολογίας της παραπάνω παρεμπίπτουσας απόφασης, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου το Δικαστήριο δεν υπερέβη της εξουσία του, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, με το Β’ σκέλος του αυτού ως άνω έβδομου λόγου, με το να τον καταδικάσει για παράνομη κατάληψη έκτασης 10.872 τ.μ. ενώ στην Έφεση του Εισαγγελέα η καταληφθείσα παράνομα έκταση προσδιορίζεται σε μικρότερη έκταση, ήτοι σε 10.614,50 τ.μ. αφού αυτό οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Εξάλλου, στην αθωωτική απόφαση, την οποία προσβάλλει ο Εισαγγελέας, η σχετική έκταση αναφέρεται ορθά σε 10.872 τ.μ. ήτοι όσα δέχθηκε και το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο. XII. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Απορρίπτει την από 19 Ιουνίου 2015 αίτηση του Σ. Σ. του Λ., κατοίκου Μανωλάδας, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 1745/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών Και
ΙΙ. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ