Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 780 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Λαθρεμπορία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Προφορική ανάπτυξη.




Περίληψη:
Λαθρεμπορία. Συνιστά λαθρεμπορία η καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαφυγή καταβολής του οφειλομένου για το οινόπνευμα ειδικού φόρου καταναλώσεως. Πότε πρόκειται για απλή τελωνειακή παράβαση. Αυτοτελής ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 του ΠΚ. Ανάγκη ιδιαίτερης αιτιολογήσεως της απορρίψεώς του. Προϋποτίθεται προβολή του κατά τρόπο ορισμένο και προφορική ανάπτυξη. Αναιρεί κατά το κεφάλαιό της που αφορά στον αναιρεσείοντα Θωμά Ράμμο. Παραπέμπει. Απορρίπτει την αίτηση της Ειρήνης Γκίκα.





Αριθμός 780/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αθανάσιο Κουτρομάνο (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βιολέττα Κυτέα (ορισθείσα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. χ1, που παρέστη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του 'Αγγελο Κωνσταντινίδη και Μανούσο Μανουσέλλη και 2. χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή, για αναίρεση της 7278/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Δεκεμβρίου 2007 του χ1 και 24 Δεκεμβρίου 2007 της χ2 αιτήσεις τους και στους από 25 Φεβρουαρίου 2008 προσθέτους λόγους της δεύτερης εξ αυτών, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 245/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης ως και οι πρόσθετοι λόγοι της δεύτερης αναιρεσείουσας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση δύο αιτήσεις αναιρέσεως, της χ2 από 24-12-2007 και του χ1 από 28-12-2007, καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της πρώτης, από 25-2-2008, κατά της 7278/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Α.Επί της αιτήσεως του χ1.
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, υπάρχει και όταν η έκθεση των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, είναι ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. 'Ελλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως υπάρχει και όταν η αντίφαση δημιουργείται μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό της, εφόσον τα τελευταία και εκείνα του σκεπτικού αποτελούν παραδοχές της αποφάσεως, στις οποίες στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα χ1, για λαθρεμπορία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Κατά το διατακτικό της αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 5-3-2000 μέχρι 11-5-2000, ως εκπρόσωπος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία Ελληνική Δύναμις ΑΒΕΕ", εισήγαγε κατείχε και διέθετε 8.592 φιάλες καθαρού οινοπνεύματος των 200 γρ. και 9.048 φιάλες των 350 γρ. άγνωστης προέλευσης, χωρίς να καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς φόρους και επιβαρύνσεις, που ανέρχονται στο ποσό των 21.742.061 δρχ. (ή 63.806,48 ευρώ). Επιπλέον, την 11-5-2000 στην, επί της οδού .... (......), αποθήκη της ως άνω εταιρείας ευρέθησαν και ήταν προς πώληση 9.984 φιάλες καθαρού οινοπνεύματος των 350 γρ. άγνωστης προέλευσης, χωρίς να καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που ανέρχονται στο ποσό των 15.551.664 δρχ. (ή 45.639,51 ευρώ). Για τη συνολική ποσότητα των φιαλών οινοπνεύματος, ήτοι 19.032 φιάλες των 350 γρ. και 8.592 φιάλες των 200 γρ., που προμηθεύτηκε και προκειμένου να νομιμοποιηθεί, παρέλαβε και καταχώρησε στα βιβλία του φορολογικά στοιχεία εταιριών, που δεν έχουν καμμία σχέση με την εμφιάλωση οινοπνεύματος. Επίσης, για την ταμειακή τακτοποίηση των συναλλαγών του λογιστηρίου, εξέδωσε αποδείξεις είσπραξης για μεταχρονολογημένες επιταγές προς τις εταιρίες των συγκατηγορουμένων του, γ1 (συγκατηγορουμένου του πρωτοδίκως και αθωωθέντος) και χ2, με αξίες ίσες μ'αυτές των τιμολογίων αγοράς. Το σύνολο δε των διαφυγόντων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ανέρχεται στο ποσό των 37.239.730 δρχ. (αντί του ορθού 37.293.725 δρχ.)". Στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρονται σχετικώς τα εξής "... αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος χ1 ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΣ ΑΕ τέλεσε και αυτός το αδίκημα της λαθρεμπορίας αφού αγόρασε από τη συγκατηγορούμενή του (χ2) για λογαριασμό της παραπάνω εταιρίας που νόμιμα εκπροσωπούσε και ασκούσε στην πραγματικότητα τη διαχείρισή της, τη λαθραία ποσότητα καθαρού οινοπνεύματος που αναφέρεται αναλυτικά παρακάτω αντί του ποσού των 31.139.677 δραχμών, χωρίς αυτή να έχει άδεια εμφιαλώσεως καθαρού οινοπνεύματος, μολονότι στη συσκευασία αναγραφόταν άλλος εμφιαλωτής και δη η εταιρία ".......... ΕΠΕ. Επίσης αγόρασε με πλαστό τιμολόγιο, που φέρεται ότι εκδόθηκε από τον γ1 ποσότητα λαθραίου οινοπνεύματος αξίας 2.188.800 δραχμών χωρίς αυτός να έχει άδεια εμφιαλώσεως καθαρού οινοπνεύματος και ενώ στη συσκευασία αναγραφόταν άλλος εμφιαλωτής και δη η εταιρία ......... ΕΠΕ... 'Ετσι κατείχε για λογαριασμό της εταιρίας που εκπροσωπούσε, στην αποθήκη που βρισκόταν στην οδό ......., 9984 φιάλες των 350 γραμμαρίων που γι'αυτές δεν είχαν καταβληθεί στο Ελληνικό Δημόσιο φόροι, δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις συνολικού ποσού 15.551.664 δραχμών... στο δε διάστημα από 11-5-2000 κατείχε και σταδιακά διέθεσε .. 8952 φιάλες των 200 γραμμαρίων και 9048 φιάλες των 350 γραμμαρίων εν γνώσει ότι γι'αυτές δεν είχαν πληρωθεί στο Ελληνικό Δημόσιο, δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις 21.742.061 δραχμών...". Από τις παραδοχές αυτές σκεπτικού και διατακτικού προκύπτει αντίφαση, η οποία στερεί την απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νόμιμης βάσεως. Συγκεκριμένα, ενώ στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι ολόκληρη η ποσότητα του λαθρεμπορεύματος, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ήτοι τόσον η αντιστοιχούσα στις 8592 φιάλες των 200 γραμμαρίων και στις 9048 φιάλες των 350 γραμμαρίων, που φέρονται και διατεθείσες από τον αναιρεσείοντα, όσον και η αντιστοιχούσα στις 9.984 φιάλες των 350 γραμμαρίων που βρέθηκαν στις αποθήκες της εταιρείας, προήρχοντο εξ αγορών από τη συγκατηγορούμενη του χ2, στο διατακτικό γίνεται αντιφατικώς δεκτό ότι μέρος της αυτής ποσότητας και δη αυτή που αντιστοιχεί στις 8592 και 9048 φιάλες των 200 και 350 γραμμαρίων, αντίστοιχα, είχε εισαχθεί από τον αναιρεσείοντα. Επιπλέον, ενώ ως χρόνος τελέσεως μνημονεύεται "το χρονικό διάστημα από 5-3-2000 μέχρι 11-5-2000" δεν διευκρινίζεται αν πρόκειται για μία αξιόποινη πράξη ή για περισσότερες πράξεις ενός κατ'εξακολούθηση εγκλήματος. Επομένως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της ανωτέρω αιτήσεως του χ1, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως με την προεκτεθείσα έννοια της αντιφάσεως και της ασάφειας. Ακολούθως, πρέπει να απόφαση να αναιρεθεί ως προς τον αναιρεσείοντα χ1 και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς αυτόν για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Δεν γίνεται λόγος για παύση της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής ενόψει της ως άνω ασάφειας και επειδή η κατοχή του λαθρεμπορεύματος, η οποία περιλαμβάνεται στην κατηγορία, ως διαρκές έγκλημα, αρχίζει να παραγράφεται αφότου έπαυσε η κατοχή αυτή.
Β.Επί της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων της χ2. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του Ν 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος" όπως είχε αντικατασταθεί και ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο (5-3-2000 έως 11-5-2000), λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία, τέλος, φόρο ή δικαίωμα χωρίς γραπτή άδεια της αρμοδίας Τελωνειακής αρχής ή σε άλλον από τον ορισμένο υπ'αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιοδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ'αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμα αυτά εισπράχθηκαν σε τόπο και χρόνο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται, κατά την παράγρ. 2 περ. θ του ίδιου άρθρου, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί στη γενική κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Εξάλλου κατά την παράγ. Ι του άρθρου 89 του ανωτέρω Τελωνειακού Κώδικα, η μη τήρηση των σχετικών με τις τελωνειακές εργασίες και την τελωνειακή υπηρεσία διατυπώσεων χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ως τελωνειακές παραβάσεις χαρακτηρίζονται επίσης η καθ' οιονδήποτε εκ των μνημονευομένων στο ως άνω άρθρο 100 τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων στο Δημόσιο τελών και δικαιωμάτων, καθώς και η μη τήρηση των στο ίδιο άρθρο 100 λοιπών διατυπώσεων. Οι τελωνειακές αυτές παραβάσεις επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου, ακόμη και αν ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. Περαιτέρω με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο νόμος 2127/1993 "Εναρμόνηση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ενώ με το άρθρο 67 παρ. 1, 4 και 5 του ίδιου νόμου καθορίσθηκαν οι παραβάσεις-κυρώσεις ως εξής: Παραγ. 1. Αν κατά τη διάρκεια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των προϊόντων του άρθρου 1 διαπραχθεί στο εσωτερικό της χώρας παρατυπία ή παράβαση, η οποία καθιστά απαιτητό τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο φόρος αυτός βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή και βαρύνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει εγγυηθεί την πληρωμή σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 61, με την επιφύλαξη ασκήσεως ποινικής δίωξης, όταν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα Παραγ. 4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επομένης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου, χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών. Παραγ 5: Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επ. του ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικα" και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμα κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα, στα άρθρα 53 έως 119 και επομένως είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-2992, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες) συνάγεται ότι, ενώ η μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν τη διαδικασία παραγωγής, μεταποιήσεως και κυκλοφορίας των αναφερομένων στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου προϊόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το οινόπνευμα, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως απλή τελωνειακή παράβαση, η οποία επισύρει μόνον την επιβολή των κατά το άρθρο 89 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα διοικητικών κυρώσεων και δη την επιβολή κατά του υπαιτίου πολλαπλών τελών, αντιθέτως, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και δια τα προϊόντα αυτά ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του νόμου 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002, επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επ. του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο ειδικό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ίδιου νόμου, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ως άνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για το οινόπνευμα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Δεν μπορεί δε να συναχθεί προθυστέρως αντίθετη προς τ'ανωτέρω νομοθετική βούληση από το ότι, με την μεταγενέστερη αντικατάστασή της παραγ. 5 του ως άνω άρθρου 118 (με το άρθρο 1 παρ.33 του Ν.3583/2007), τούτο κατέστη ακόμη πιο σαφές. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα χ2 για λαθρεμπορία με ιδιαίτερα τεχνάσματα και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Δέχθηκε, ειδικότερα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, την οποία στήριξε στα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν, ως προς την ανωτέρω αναιρεσείουσα, τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη χ2 έχει τελέσει το πλημμέλημα της λαθρεμπορίας αφού: 1) αγόρασε λαθραίο καθαρό οινόπνευμα και συγκεκριμένα 19.800 φιάλες των 350 γραμ, και 7.224 φιάλες των 200 γραμ. χωρίς η αγορά του εμπορεύματος αυτού να έχει την παραμικρή σχέση με το αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας, που είναι η παρασκευή μαρμελάδων και γλυκών σε συναφές εργαστήριο που διατηρεί στο ....... Κορινθίας, 2) Η εκ μέρους της αγορά του οινοπνεύματος έγινε με πλαστά και εικονικά τιμολόγια τα οποία φέρονται ότι εκδόθηκαν από τον ζ1 στις 5, 9, 10 και 13. 7.1999, τότε όμως αυτός δεν ασκούσε καμιά εμπορική δραστηριότητα στην αναγραφόμενη στα παραπάνω τιμολόγια έδρα του, δηλαδή στην οδό ..... στο ........ Αττικής ούτε είχε θεωρήσει και παραλάβει από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ηρακλείου Αττικής τιμολόγια με αριθμούς ..., ...., ... και ...... αλλά μόνο ένα μπλοκ τιμολογίων με αριθμούς ....., εκ των οποίων χρησιμοποιήθηκαν μόνο 22, η τελευταία δε συναλλαγή του είχε γίνει την 1.12.1998 με το με αριθμό ..... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής προς τρίτο άσχετο, 3) Ο ζ1 είναι μεν υπαρκτό πρόσωπο αλλά διάφορο εκείνου το οποίο φέρεται ότι είχε εμφιαλώσει το αγορασθέν από τη δεύτερη κατηγορουμένη καθαρό οινόπνευμα, δηλαδή από την εταιρεία "........ ΕΠΕ", η επωνυμία της οποίας, ως εμφιαλώτριας, αναγράφεται στη συσκευασία, και δεν είχε άδεια παραγωγής και εμφιάλωσης καθαρού οινοπνεύματος. 4) Η κατηγορουμένη, ενώ κατείχε την αγορασθείσα ποσότητα καθαρού οινοπνεύματος έως το τέλος του έτους 1999, εν τούτοις δεν την συμπεριέλαβε, ως όφειλε, στην απογραφή της 31-12-1999 και, ακόμη, ενώ στα προαναφερόμενα τέσσερα τιμολόγια εκδόσεως ζ1 συνολικής αξίας 38.139.677 δραχμών αναγράφεται η ένδειξη "εξωφλήθη", εντούτοις στους διενεργήσαντες τον σχετικό έλεγχο υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε. δήλωσε ότι έναντι του παραπάνω τιμήματος κατέβαλε στον ζ1 μόνο 7.000.000 δραχμές σε μετρητά χωρίς ακολούθως να δικαιολογήσει πως εξοφλήθηκε το υπόλοιπο τίμημα των 31.139.677 δραχμών και χωρίς να επιδείξει στους ελεγκτές τα οικεία παραστατικά, και 5) Στις 5.3.2000 και στις 14.3.2000 με τα με αριθμούς ... και .... τιμολόγια πούλησε και παρέδωσε στην εταιρεία υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΣ Α.Ε", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος χ1, το μεγαλύτερο μέρος από την παραπάνω ποσότητα του λαθραίου καθαρού οινοπνεύματος που κατείχε, δηλαδή, ποσότητα αξίας 30.809.328 δραχμών, πληρωθείσα με δύο μεταχρονολογημένες την 15.5.2000 και την 10.6.2000 επιταγές της Τράπεζας Πίστεως ποσών 17.201.568 δραχμών και 13.458.960 δραχμών αντίστοιχα από τις οποίες τη δεύτερη των 13.458.960 δραχμών εισέπραξε η ίδια την δε πρώτη των 17.201.568 δραχμών μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία υπό την επωνυμία "ΚΟΥΤΣΟΔΗΜΟΣ Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α.Ε.Ε", που εδρεύει στη Νεμέα και ασχολείται με την εμπορία οίνων και ποτών, προς εξόφληση, όπως η ίδια δήλωσε, οφειλής της έναντι αυτής, χωρίς όμως από τον επακολουθήσαντα εκ μέρους των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ έλεγχο στα βιβλία και στοιχεία της τελευταίας να προκύψει η ύπαρξη τέτοιας οφειλής. Από όλα τα παραπάνω πλήρως αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη στο διάστημα από 5.3.2000 έως και 14.3.2000 εν γνώσει της αφενός μεν κατείχε την προαναφερόμενη ποσότητα λαθραίου καθαρού οινοπνεύματος αφετέρου δε την διέθεσε στην εκπροσωπούμενη από τον πρώτο κατηγορούμενο πιο πάνω εταιρεία υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΣ Α.Ε", χρησιμοποιώντας προς τέλεση και συγκάλυψη των πράξεών της ιδιαίτερα τεχνάσματα και στερώντας το Ελληνικό Δημόσιο από τους αναλογούντες δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που ανέρχονται στο ποσό των 34.089.437 δραχμών και ήδη 100.042, 36 ευρώ".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με την ανωτέρω αναιρεσείουσα, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της λαθρεμπορίας οινοπνεύματος, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα και σε σχέση με τις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις: α) εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε από την αναιρεσείουσα η λαθρεμπορία για την οποία καταδικάσθηκε, ήτοι με την κατοχή απ'αυτήν και διάθεση στην εταιρία "Ελληνική Δύναμις ΑΕ" των μνημονευομένων ποσοτήτων οινοπνεύματος, για τις οποίες δεν είχε καταβληθεί ο ειδικός φόρος καταναλώσεως που αναλογούσε σ'αυτές, β) αναφέρεται και αιτιολογείται η γνώση της αναιρεσείουσας για τη λαθρεμπορική τους προέλευση, θεμελιούμενη στην παραδοχή ότι αυτή χρησιμοποίησε εικονικά και πλαστά τιμολόγια προς συγκάλυψη της λαθρεμπορίας, γ) δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση του δόλου της αναιρεσείουσας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας, δ) το σκεπτικό της αποφάσεως δεν είναι επανάληψη του διατακτικού της, η οποία, άλλωστε, θα αρκούσε, εφόσον θα επληρούτο η απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως και ε) σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, η δραστηριότητα της αναιρεσείουσας δεν αναφέρεται στη μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν τη διαδικασία παραγωγής, μεταποιήσεως και κυκλοφορίας του οινοπνεύματος, η οποία χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση, όπως προεκτέθηκε, και επισύρει μόνον την επιβολή πολλαπλών τελών, αλλ' είχε ως περιεχόμενο τη διαφυγή καταβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως που οφείλετο για το συγκεκριμένο προϊόν, η οποία συνιστά αξιόποινη λαθρεμπορία. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠοινΔ αντίθετοι προς τ'ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, πρώτος της αιτήσεως και μοναδικός πρόσθετος λόγος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, κατά τα προεκτεθέντα, είναι και ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. 'Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, καθώς και η προφορική του ανάπτυξη, διότι, διαφορετικά, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, δια του συνηγόρου της,. "κατέθεσε γραπτά αυτοτελείς ισχυρισμούς", που ενσωματώθηκαν στα πρακτικά, με τους οποίους ζήτησε να της αναγνωρισθούν, εκτός από την ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της, η οποία και αναγνωρίσθηκε, και εκείνες των εδαφ. α' και β' της παραγ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, επικαλεσθείσα, αντιστοίχως, τα εξής: "μέχρι το χρόνο της ... πράξεως έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, εργαζόμενη μετά του συζύγου μου στην οικογενειακή επιχείρησή μας, χωρίς ποτέ να κατηγορηθώ για ο,τιδήποτε, όπως προκύπτει και από το ποινικό μου μητρώο το οποίο είναι λευκό" και "δεν υπήρξε πρόθεση από εμέ τελέσεως της πράξεως, αλλά έπεσα θύμα, καθ'όσον ο εμφανισθείς εις εμέ ως ζ1 μου ενεχείρισε τα τιμολόγια με τα οποία εγώ αγόρασα την ποσότητα οινοπνεύματος, τα οποία έφεραν κωδικό διάτρησης της αρμόδιας ΔΟΥ και ο οποίος ήτο φορολογικώς υπαρκτό πρόσωπο και βεβαίως εγώ αγνοούσα παντελώς ότι δεν ήσκει εμπορική δραστηριότητα, ούτε ηδυνάμην να εξακριβώσω τούτο". Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά ότι αναπτύχθηκαν και προφορικώς και επομένως, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ'αυτούς. Πέραν, όμως, αυτού δεν θεμελιώνονται οι ανωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις στα ως άνω συναφώς επικληθέντα καθόσον α) δεν αρκεί, για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ'απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά και β) τα εκτιθέμενα προς στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως του εδαφ. β' της παραγ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ δεν συνιστούν περιστατικά κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, δηλαδή περί του ότι η αναιρεσείουσα ωθήθηκε στην πράξη της από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο οφείλει αυτή υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξαρτήσεως, αλλ'αποτελούν άρνηση της κατηγορίας.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της ανωτέρω αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας εκ του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' και β' ΠΚ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως της χ2 και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 7278/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών κατά το κεφάλαιό της που αφορά στον αναιρεσείοντα χ1.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει την από 24 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση της χ2, καθώς και τους από 25 Φεβρουαρίου 2008 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της ίδιας (7278/2007) αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα χ2 στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2008.





Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ