Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 3 / 2002    (In full composition, Penal Cases)

Θέμα
Προθεσμία, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Αφετηρία της προθεσμίας εφέσεως και αναιρέσεως μπορεί να αποτελέσει και η επίδοση αποσπάσματος της αποφάσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ και τη γενικότητα της διατυπώσεώς της προκύπτει ότι δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή της οι επιβαλλόμενες με την παρ. 1 εδ. β' του άρθρου αυτού επιδόσεις και γι’ αυτό μπορεί να αποτελέσει εγκύρως αφετηρία της προθεσμίας της εφέσεως(σύμφωνα με την ΑΠ Ολομ.3/2002) και της προθεσμίας της αναίρεσης (σύμφωνα με την ΑΠ Ολομ. 4/2002) και μόνη η επίδοση του εγγράφου της γραμματείας του δικαστηρίου ή αποσπάσματος της αποφάσεως που να περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, ήτοι τον αριθμό της αποφάσεως, την παραβιασθείσα διάταξη, η οποία μπορεί να αναφέρεται, είτε αριθμητικώς, είτε και με τον προσδιοριστικό του εγκλήματος χαρακτηρισμό της, και την ποινή που έχει επιβληθεί, αφού και με την επίδοση αυτή εξυπηρετούνται πλήρως τα δικονομικά δικαιώματα του καταδικασθέντος κατηγορουμένου. Επομένως η ερμηνευτική αυτή εκδοχή δεν προσκρούει, ούτε σε συνταγματική, ούτε σε άλλη διασφαλιστική των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου διάταξη, ούτε στις θεσπιζόμενες με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αρχές της δίκαιης δίκης αφού ο κατηγορούμενος δεν εμποδίζεται στην πρόσβαση στο δικαστήριο, ούτε στερείται του αναγκαίου χρόνου και ευκολιών, για την προετοιμασία και την άσκηση της εφέσεως και για την εν γένει υπεράσπιση του.(Ολομ. ΑΠ 3/2002, Ποιν.Χρον.ΝΒ. 692 Ποιν. Δικ.2002. 359 και 361). (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)




Αριθμός 3/2002

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ – Α' ΣΥΝΘΕΣΗ (ΠΟΙΝΙΚΗ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Θεόδωρο Τόλια, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Κάπο, Αντιπροέδρους, Κωνσταντίνο Κωστήρη, Αρχοντή Ντόβα, Στυλιανό Μοσχολέα, Δημήτριο Σουλτανιά, Δημήτριο Λινό, Στυλιανό Πατεράκη, Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αχιλλέα Ζήση, Ιωάννη Βερέτσο, Σπυρίδωνα Μπαρμπαστάθη-Εισηγητή, Θεόδωρο Τζέμο, Χρήστο Μαυρογένη, Αναστάσιο Πράσσο και Δημήτριο Γυφτάκη, Αρεοπαγίτες, κωλυομένων των λοιπών Αρεοπαγιτών.
Με την παρουσία και του Εισαγγελέως Διονυσίου Κατσιρέα και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Καταστήματός του, την 21η Φεβρουαρίου 2002, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Σοφιανό, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 21/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 21/2001 απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή.
Και ο αναιρεσείων ζητάει τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2001 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 419/2001.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 66/2002 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με την 66/2002 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμπεται στην Τακτική Ολομέλεια, λόγω διαφοράς μιας μόνο ψήφου, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου, από το άρθρο 510 παρ. 1 Θ' ΚΠΔ, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988 όπως ισχύει) και το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3810/1957, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 111 παρ. 1 θ' του άνω Κώδικα.
Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1 εδ. α' και εδ. β' ΚΠΔ όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 6 παρ. 6 του ν. 1653/1986 «όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης». Το ένδικο μέσο που ασκείται μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, σε περίπτωση δε που το αρμόδιο για το ένδικο μέσο, και ειδικότερα για την έφεση, δικαστήριο το απορρίψει ως απαράδεκτο παρά τον νόμο, ενώ ώφειλε να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και γι' αυτό ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις των εδαφίων α ' και β ' της παρ. 1 του άρθρου 473 ΚΠΔ οι οποίες δεν ορίζουν αν η απαγγελία της αποφάσεως και η επίδοσή της πρέπει να αφορούν το πλήρες περιεχόμενό της, δεν προκύπτει ότι για την κίνηση της προθεσμίας της εφέσεως απαιτείται αναγκαίως να επιδοθεί στον απόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως κατηγορούμενο πλήρες αντίγραφό της. Διότι πρόδηλος σκοπός της επιδόσεως είναι να γνωστοποιηθεί σ' αυτόν το αποτέλεσμα της δίκης ώστε να μπορέσει να ασκήσει τα δικαιώματά του, επομένως η επίδοση αναπληρώνει την κατά την απαγγελία της αποφάσεως ελλείπουσα παρουσία του, η δε απαγγελία της αποφάσεως στο ακροατήριο περιορίζεται στο διατακτικό, και στον διάδικο απόκειται, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να λάβει ακολούθως γνώση ή και αντίγραφο του σκεπτικού και της όλης αποφάσεως. Πράγματι, ερμηνευτική εκδοχή ότι για την εγκυρότητα της επιδόσεως απαιτούνται περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ανακοινώνονται προφορικώς στο ακροατήριο δεν δικαιολογείται διότι ο απολειπόμενος διάδικος δεν μπορεί να έχει ευνοϊκότερη μεταχείριση από τον παρόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως. Για τον διάδικο που ήταν παρών κατά την δημοσίευση της αποφάσεως ο νόμος δεν εξαρτά την έναρξη ούτε τη λήξη της προθεσμίας της εφέσεως από την καθαρογράφηση της αποφάσεως, και από την εκ μέρους του γνώση ολόκληρου του περιεχομένου της, κατά το συνήθως δε συμβαίνον αυτή ολοκληρώνεται μετά τη λήξη της προθεσμίας της εφέσεως, με συνέπεια να ασκείται η έφεση πριν από αυτήν. Η ρύθμιση αυτή σαφώς υποδηλώνει την εκτίμηση του νομοθέτη ότι τα ανωτέρω στοιχεία αρκούν για την ελεύθερη και ανεμπόδιστη άσκηση του δικαιώματος του καταδικασθέντος κατηγορουμένου να προσβάλει με έφεση την καταδικαστική απόφαση, χωρίς καμία δικονομική βλάβη του, δεδομένου ότι αφ' ενός οι λόγοι εφέσεως δεν αναφέρονται περιοριστικώς στα άρθρα 474 παρ. 2 και 498 εδαφ. α' ΚΠΔ, με συνέπεια να μπορεί να προταθεί ως παραδεκτός λόγος εφέσεως και μόνη η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων χωρίς ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, και αφ' ετέρου σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ, εάν εμφανισθεί ο εκκαλών κατηγορούμενος στην δευτεροβάθμια δίκη και είναι παραδεκτή η έφεση, η υπόθεση επανέρχεται για κατ' ουσίαν έρευνα στην προ της εκδόσεως της αποφάσεως στάση, υπό την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και ο εκκαλών κατηγορούμενος δικαιούται να προβάλει όλους τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του και γενικώς να ασκήσει όλα τα υπερασπιστικά δικαιώματα που θα μπορούσε να ασκήσει και στην πρωτοβάθμια δίκη. Η αντίληψη αυτή του νομοθέτη εκφράζεται και με την ρητή διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 142 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 5 του ν. 663/1977, η οποία ορίζει ότι «όπου από τις διατάξεις της νομοθεσίας προβλέπεται επίδοση αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης ποινικού δικαστηρίου σ' αυτόν που καταδικάστηκε, αντί γι' αυτήν μπορεί να επιδοθεί έγγραφο της γραμματείας του δικαστηρίου που περιέχει τον αριθμό της απόφασης, της διάταξης που παραβιάστηκε και την ποινή που επιβλήθηκε. Η επίδοση αυτού του εγγράφου έχει τις συνέπειες της επίδοσης αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης». Από τη διάταξη αυτή και τη γενικότητα της διατυπώσεώς της προκύπτει ότι δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή της οι επιβαλλόμενες με το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ επιδόσεις και γι' αυτό μπορεί να αποτελέσει εγκύρως αφετηρία της προθεσμίας της εφέσεως και μόνη η επίδοση του εγγράφου της γραμματείας του δικαστηρίου, ή αποσπάσματος της αποφάσεως που να περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία ήτοι τον αριθμό της αποφάσεως, την παραβιασθείσα διάταξη, η οποία μπορεί να αναφέρεται είτε αριθμητικώς είτε και με τον προσδιοριστικό του εγκλήματος χαρακτηρισμό της, και την ποινή που έχει επιβληθεί, αφού και με την επίδοση αυτή εξυπηρετούνται πλήρως τα δικονομικά δικαιώματα του καταδικασθέντος κατηγορουμένου. Επομένως η ερμηνευτική αυτή εκδοχή δεν προσκρούει ούτε σε συνταγματική, ούτε σε άλλη διασφαλιστική των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου διάταξη, ούτε στις θεσπιζόμενες με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αρχές της δίκαιης δίκης αφού ο κατηγορούμενος δεν εμποδίζεται στην πρόσβαση στο δικαστήριο, ούτε στερείται του αναγκαίου χρόνου και ευκολιών, για την προετοιμασία και την άσκηση της εφέσεως και για την εν γένει υπεράσπισή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 21/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ασκηθείσα , στις 4.7.2000 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 8428/1997 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε απών σε συνολική ποινή φυλακίσεως 24 μηνών ως ένοχος ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφημήσεως, με την αιτιολογία ότι η έφεση ήταν εκπρόθεσμη διότι η απόφαση του είχε κοινοποιηθεί στις 9.10.1997. Με τον παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας με την ειδικότερη αιτίαση ότι παρά τον νόμο το Εφετείο έκρινε πως η έφεση ήταν εκπρόθεσμη, ενώ ήταν εμπρόθεσμη, αφού στις 9.10.1997 είχε επιδοθεί στον αναιρεσείοντα απόσπασμα μόνο της αποφάσεως και όχι πλήρες αντίγραφό της με συνέπεια να μην αρχίσει τότε η προθεσμία της εφέσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι μόνο το γεγονός ότι το επιδοθέν έγγραφο δεν ήταν πλήρες αντίγραφο της αποφάσεως αλλά απόσπασμά της, χωρίς να προβάλλεται και περαιτέρω ισχυρισμός ότι από το επιδοθέν απόσπασμα έλλειπαν τα προαναφερόμενα αναγκαία στοιχεία ή κάποιο από αυτά, δεν αρκεί για να ματαιώσει την επέλευση των συνεπειών της επιδόσεως και συγκεκριμένως την έναρξη της προθεσμίας της εφέσεως, και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός καθώς και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Όμως δυο μέλη του Δικαστηρίου αυτού, ήτοι ο Αντιπρόεδρος Αντώνιος Παπαθεοδώρου και ο Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μοσχανδρέου έχουν την εξής γνώμη: Από τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1 εδαφ. α' και β' Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι προϋπόθεση της εμπρόθεσμης ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε με απόντα του κατηγορούμενο, είναι η νόμιμη επίδοση της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως, υπό την έννοια, ότι επιδίδεται στον ίδιο πλήρες αντίγραφο αυτής. Έτσι η επίδοσή του παρέχει στον κατηγορούμενο τη δυνατότητα της λήψεως πλήρους γνώσεως του όλου περιεχομένου της ενώπιον του ακροατηρίου του δικαστηρίου διεξαχθείσας αποδεικτικής διαδικασίας, του σκεπτικού και του διατακτικού της αποφάσεως και της εντεύθεν θεμελιώσεως λόγων για την άσκηση της εφέσεως. Ενώ η επίδοση αποσπάσματος της αποφάσεως, του διαλαμβάνοντος μόνο το αναφέρον την ενοχή του κατηγορουμένου και την επιβληθείσα ποινή διατακτικό της, δεν διασφαλίζει τα μνημονευθέντα δικαιώματα του ιδίου.
Συνεπώς η έλλειψη επιδόσεως ολόκληρης της αποφάσεως στον κατηγορούμενο, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου, έχει ως συνέπεια ότι δεν αρχίζει η υπό του νόμου οριζόμενη προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως. Τα ανωτέρω εκτεθέντα δεν αναιρούνται εκ του ότι το άρθρο 142 παρ. 5 Κ.Π.Δ. επιτρέπει, αντί της επιδόσεως αντιγράφου ή αποσπάσματος της αποφάσεως, την επίδοση εγγράφου της γραμματείας του δικαστηρίου, περιέχοντος τον αριθμό της αποφάσεως, την παραβιασθείσα διάταξη και την ποινή, γιατί το αναφερθέν άρθρο δεν εξομοιώνει την έννοια του αντιγράφου της αποφάσεως με εκείνη του αποσπάσματος αυτής. Επιπλέον με την τελευταία αυτή διάταξη, την προστεθείσα με το άρθρο 5 του ν. 663/1977, επιδιώχθηκε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, η απλούστευση της καθαρογραφής των αποφάσεων των πταισματοδικείων και η μέλλουσα μηχανοργάνωσή τους και γι' αυτό και η γνωστοποίηση της αποφάσεως, με τον τρόπο αυτό, είναι δυνητική. Έτσι η διάταξη αυτή δεν δύναται να εφαρμοστεί για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως. Τέλος η ερμηνευτική εκδοχή, ότι η επίδοση μόνο του αποσπάσματος της αποφάσεως στον κατηγορούμενο αρκεί για να θέσει εγκύρως σε κίνηση την προθεσμία ασκήσεως εφέσεως, προσκρούει ευθέως στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., γιατί παραβιάζει τις υπό της ανωτέρω διατάξεως θεσπιζόμενες αρχές της δίκαιης δίκης και διακωλύει την πρόσβαση του κατηγορουμένου στη δικαιοσύνη. Επομένως το επιδοθέν στον αναιρεσείοντα κατά την 9-10-1997 απόσπασμα της εκδοθείσας υπό του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών 8428/1997 αποφάσεως, της κηρύξασας αυτόν, που ήταν απών, ένοχο ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφημήσεως και καταδικάσασας τον ίδιο σε συνολική ποινή είκοσι τεσσάρων μηνών, δεν επήνεγκε την αναπλήρωση της επιβεβλημένης κοινοποιήσεως ολόκληρης της αποφάσεως, και γι' αυτό, λόγω ελλείψεως έγκυρης επιδόσεως, δεν άρχισε, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, να τρέχει η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, η οποία, για το λόγο αυτό, έπρεπε να θεωρηθεί υπό της 21/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως ασκηθείσα παραδεκτώς, αφού δε δημιουργήθηκε έγκυρο αφετήριο χρονικό σημείο ενάρξεως προθεσμίας.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιανουαρίου 2001 αίτηση του κατηγορουμένου ..... περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 21/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε, και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2002.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2002.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ